Ενδιαφέρουν

O AΓΓΕΛΟΣ ΜΠΑΡΑΪ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ

Ένα κείμενο που πρέπει να διαβάσεις, γιατί “όλοι εν δυνάμει είμαστε μετανάστες”!

Η 18η Δεκεμβρίου έχει ανακηρυχθεί από τα Ηνωμένα Έθνη ως “Παγκόσμια Ημέρα Μεταναστών”, σε μια προσπάθεια να ενισχυθεί η εκστρατεία του ΟΗΕ για την προστασία του παγκόσμιου μετανάστη. Σήμερα, τονίζεται από τον ΟΗΕ ότι περισσότεροι άνθρωποι από ποτέ ζουν σε άλλη χώρα από εκείνη στην οποία γεννήθηκαν!

Το 2019, ο αριθμός των μεταναστών ανήλθε συνολικά σε 272 εκατομμύρια – 51 εκατομμύρια περισσότερα σε σχέση με το 2010. Οι διεθνείς μετανάστες αποτελούν το 3.5% του παγκόσμιου πληθυσμού (2000: 2.8%, 1980: 2.3%). Μεταξύ αυτών, το 47.9% είναι γυναίκες. Εκείνο που πρέπει να τονιστεί είναι πως ενώ πολλά άτομα μεταναστεύουν από επιλογή, πολλά άλλα μεταναστεύουν από ανάγκη. Ο αριθμός των παγκοσμίως εκτοπισμένων ανθρώπων ξεπέρασε, στα τέλη του 2018, τα 70 εκατομμύρια για πρώτη φορά στην σχεδόν 70ετή ιστορία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει περίπου 26 εκατομμύρια πρόσφυγες, 3.5 εκατομμύρια αιτούντες άσυλο και πάνω από 41 εκατομμύρια εσωτερικά εκτοπισμένους.

22038316

Με αφορμή τη συγκεκριμένη Ημέρα, ο φωτοειδησεογράφος Άγγελος Μπαράι, τον οποίο οι αναγνώστες του Photonet γνωρίζουν καλά τόσο από τη συνέντευξη που μας παραχώρησε για το τεύχος 213 όσο και για τo Phototalk με το Γιώργο Μασχαλίδη μπροστά στην κάμερα του Photo Contest, έγραψε ένα κείμενο στην προσωπική του σελίδα στο Facebook. Διαβάζοντάς το, ένιωσα επιτακτική την ανάγκη να το αναδημοσίευσω εδώ, προκειμένου να το μοιραστώ με όλους και όλες εσάς, μαζί με τη φωτογραφία που το συνοδεύει, την οποία βλέπετε στην κορυφή της σελίδας.


Θα ήθελα να γράψω δυο λόγια σήμερα, για την Παγκόσμια Ημέρα Μεταναστών, όπως αυτή ανακηρύχθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη. Γενικά δεν συνηθίζω να γράφω στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά σήμερα νοιώθω την ανάγκη να πω λίγα πράγματα από τη μεταναστευτική μου εμπειρία και τα βιώματα που είχαμε τόσο εγώ, όσο και οι γονείς μου στην Ελλάδα.

Γεννήθηκα το 1994, ένα πρωί σε ένα παλιό νοσοκομείο στο Φιέρι της Αλβανίας. Η μητέρα μου ήταν μόνη της εκείνη την ημέρα. Ο πατέρας μου βρισκόταν στην Ελλάδα για δουλειά. Το 1990, όταν εκείνος το έσκασε από το στρατό, έφυγε κρυφά χωρίς να το γνωρίζει η οικογένειά του. Για πρώτη φορά δούλεψε στο Αγρίνιο στα καπνά, μια πολύ δύσκολη δουλειά όπως συχνά μας έλεγε. Έκανε και άλλες δουλειές, όμως συνήθως δεν κατάφερνε να πάρει τα χρήματά του, γιατί οι εργοδότες του καλούσαν την αστυνομία γνωρίζοντας πως δεν είχε χαρτιά.

Περπατούσαν 3 μέρες στα βουνά μπορεί και 7 κάποιες φορές. Όταν ρώτησα τον πατέρα μου πόσες φορές έκανε τη διαδρομή Αλβανία-Ελλάδα μου είπε «αμέτρητες». Είχε χάσει τον αριθμό, όμως ευτυχώς, ήταν τυχερός, επειδή βγήκε ζωντανός όλες αυτές τις φορές… Πολλοί άνθρωποι πέθαιναν στα βουνά. Άλλες φορές πάλι, η αστυνομία μπούκαρε ακόμη και μέσα σε σπίτια θέλοντας να τους βγάλει, να τους συλλάβει.

Ο πατέρας μου, με τα χρήματα που είχε μαζέψει από την Ελλάδα, έφτιαξε το 1998 τα χαρτιά μας για να πάμε να τον βρούμε στην Αθήνα όπου βρισκόταν ήδη. Στις 12 Αυγούστου 1998, έφυγα από την Αλβανία με το πρώτο φως της ημέρας, μέσα σε μια γκρι μερσεντές ενός ταξιτζή που μετακινούσε ανθρώπους προς την Ελλάδα.

Όταν η μητέρα μου βγήκε για να πιάσει σειρά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, εγώ, αν και μόλις 4 χρόνων, άνοιξα το αυτοκίνητο και κατέβηκα. Στην προσπάθειά μου να τη βρω, χάθηκα. Εκείνη φυσικά τρόμαξε πιστεύοντας πως με είχε χάσει, πως με απήγαγαν, όμως τελικά με βρήκε η αστυνομία. Όταν φτάσαμε στην Αθήνα, μας περίμενε ο πατέρας μου στην πλατεία Ομονοίας. Πήγαμε κατευθείαν στο σπίτι, σε ένα από τα προσφυγικά κτήρια που υπάρχουν ακόμα και σήμερα στον Νέο Κόσμο. Μετά από λίγους μήνες μετακομίσαμε στα Κάτω Πετράλωνα, σε ένα υπόγειο που ήταν 15 τετραγωνικά. Οι γονείς μου δούλευαν πολλές ώρες και εγώ εμένα μόνος στο σπίτι. Η μόνη μου παρέα ήταν τα παιχνίδια μου και το κελάιδισμα από τα όμορφα καναρίνια και τα παπαγαλάκια που είχε ο πατέρας μου. Δούλευαν πολύ σκληρά. Η μάνα μου στην αρχή καθάριζε σπίτια ενώ ο πατέρας μου δούλευε σε ένα από τα εργοστάσια της Δέλτα.

«Όταν φτάσαμε στην Αθήνα, ήταν πολύ δύσκολα να βρούμε σπίτι», μου εξομολογήθηκε η μητέρα μου πρόσφατα. Μου είπε πως όπου πήγαιναν να νοικιάσουν σπίτι είχε χαρτί έξω από τις πολυκατοικίες που έγραφε «Όχι Αλβανοί», κάτι που δεν γνώριζα. Μου εξομολογήθηκε και άλλα που δεν γνώριζα, όπως το ότι την εποχή που ήρθαμε στην Ελλάδα έμπαινε η Αστυνομία στα λεωφορεία το πρωί, τα σταματούσαν και φώναζαν «όποιος είναι ξένος, να βγει έξω». Όποιος δεν έβγαινε έμπαιναν οι αστυνομικοί και τον έβγαζαν με τη βία, ακόμα και γυναίκες με τα παιδιά τους. Ο φόβος ήταν καθημερινό συναίσθημα για τους γονείς μου. «Έτρεμε η ψυχή μου όταν έβλεπα αστυνομικούς μπροστά μου. Πολλές φορές άλλαζα και δρόμο», μου είπε χαρακτηριστικά η μητέρα μου.

Μου περιέγραψε με δυσκολία πολλά περιστατικά που γίνονταν τότε από την αστυνομία αλλά και από πολίτες που καταπατούσαν σοβαρά τα ανθρώπινα δικαιώματα, όμως δεν θέλω να τα αναφέρω, γιατί δεν είναι αυτός ο στόχος του κειμένου μου. Πολλές φορές δεν κατανοώ το ποσά πέρασαν οι γονείς μου. Όσο εγώ ζούσα μέσα στον ρομαντικό αθώο παιδικό μου κόσμο, στον οποίο ένιωθα ασφάλεια αγάπη και ζεστασιά καθώς ήμουν πολύ μικρός και δεν μπορούσα να καταλάβω αυτές τις καταστάσεις. Ήθελα να πάρετε μια γεύση για το τι σήμαινε να είσαι μετανάστης στην Ελλάδα.

Μην κάνουμε σήμερα τα ίδια λάθη που έγιναν στο παρελθόν στην Ελλάδα με τους Αλβανούς, αλλά να μπορέσουμε να δώσουμε στους μετανάστες αξιοπρέπεια και σεβασμό που αξίζει σε κάθε άνθρωπο που φεύγει από τον πόλεμο, από τη φτώχεια, από την κακοποίηση, την έλλειψη ελευθερίας ή τον στιγματισμό. Ας μην αφήνουμε κανέναν να καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ας γίνουμε παράδειγμα εμείς οι ίδιοι και ας δώσουμε χώρο σε αυτούς τους ανθρώπους να εργαστούν, να σπουδάσουν, να ονειρευτούν και να αγαπηθούν, γιατί όλοι μας τα ίδια πράγματα αναζητούμε σε αυτή την ζωή. Ας μην τους βάζουμε εμπόδια, ούτε φράχτες. Ας μην τους κλείνουμε σε στρατόπεδα να ζουν σε άθλιες συνθήκες, αλλά να τους δώσουμε λόγο, φωνή και νόημα στο να ζήσουν. Και μην ξεχνάμε: όλοι εν δυνάμει είμαστε μετανάστες.

Aρθρογράφος

Κωνσταντίνος Φλώρος

Κωνσταντίνος Φλώρος

Στην Νexus Publications AΕ από το 1998, είναι σήμερα ο Διευθυντής Εκδόσεων της εταιρίας. Mέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Περιοδικών Ήχου και Εικόνας (EISA) από το 2003. Μέλος της Ένω­σης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Tύπου (EΣΠΗΤ) και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων (ΙFJ) από το 2005.

Θέλετε να σας ενημερώνουμε προσωπικά;
   

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο