Μελετώντας το στιγμιαίο χαρακτήρα της φωτογραφίας, οι Ιμπρεσιονιστές επηρεάζονται από τη μεγάλη διάχυση και τη μειωμένη ευκρίνεια του μέσου, ενώ παράλληλα ωθούνται στην έντονη χρωματική απόδοση των εντυπώσεων, δημιουργώντας μια συμπτωματικά γοητευτική εικόνα.
Ταυτόχρονα, αρκετοί ζωγράφοι εφοδιάζονται με φωτογραφικές μηχανές δαγκεροτυπίας ή καλοτυπίας για βιοπορισμό και προκαταρκτικές σπουδές. Ένας από αυτούς ήταν και ο Edgar Degas (1834 – 1917) ο οποίος παρά τις επιρροές του από τον Ιμπρεσιονισμό αρνήθηκε να χαρακτηρισθεί Ιμπρεσιονιστής. Έχοντας προβλέψει τις δυνατότητες του μέσου, προανήγγειλε τις εξελίξεις που επρόκειτο να επέλθουν στο χώρο της φωτογραφίας.
Ήταν το 1895 όταν ο Degas ξεκίνησε να πειραματίζεται με το φωτογραφικό μέσο. Πορτραίτα φίλων και γνωστών, αυτοπορτραίτα, σπουδές γυναικείων σωμάτων —η ανθρώπινη παρουσία εν γένει— βρέθηκαν στο επίκεντρο του κάδρου. Πολλά από αυτά δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια ενός δείπνου υπό το φως λάμπας πετρελαίου. Αγάπησε τη φωτογραφία σε μια εποχή που οι περισσότεροι ζωγράφοι τη θεωρούσαν ένα ευτελές μέσο αναπαραγωγής εικόνας και θανάσιμο εχθρό της ζωγραφικής.
Σε αντίθεση με τους περισσότερους καλλιτέχνες που απέκρυπταν τη χρήση φωτογραφικής μηχανής, ο Degas χρησιμοποίησε τη φωτογραφία για να αποτυπώσει τις ενδιάμεσες κινήσεις στους πίνακές του, που ήταν σχεδόν αόρατες και φευγαλέες με γυμνό μάτι, καθώς οι μπαλαρίνες κινούνταν στον χώρο ενώ χόρευαν.
Η φωτογραφία έγινε σύντομα βοηθητικό εργαλείο και στα επίσημα πορτραίτα, όπως αυτό της πριγκίπισσας Pauline de Metternich, το οποίο άρχισε να δημιουργεί αφού είχε απαθανατίσει εκείνη και το σύζυγό της σε μια στιγμιαία πόζα. Η τυπική στάση σώματος που υιοθετούσαν τα επίσημα πρόσωπα της εποχής στις φωτογραφίες ήταν ένα ενδιαφέρον και αξιοπρόσεκτο στοιχείο για τον Degas, το οποίο ενσωμάτωσε στη ζωγραφική του.
Λήψεις από ψηλά, η επίδραση της φωτιστικής πηγής του σκηνικού στην πλαστικότητα του σώματος και της ανθρώπινης μορφής, η αίσθηση τρισδιάστατων μορφών, η περίπλοκη προοπτική και οι απροσδόκητες γωνίες λήψης είναι κάποιες από τις φωτογραφικές ιδιότητες του Degas.
Μελετώντας τις εικόνες του, μπορούμε σχεδόν να αισθανθούμε την άκαμπτη στάση του, την κρατημένη του ανάσα την ώρα που φωτογράφιζε σε απίστευτα μεγάλους χρόνους, με τα φτωχά μέσα της εποχής. Είναι η πνευματική διάσταση κάθε εικόνας που μετασχηματίζει κάθε έργο του.
Οι δύσκολες και ιδιαίτερες γωνίες λήψης, η περιέργειά του για οτιδήποτε αποκαλύπτει κάτι προσωπικό για το κάθε πρόσωπο που απεικονίζεται, το στοιχείο της κίνησης και της διήγησης μιας μικρής προσωπικής ιστορίας που ξεπηδά από την καθημερινότητα — όπως μια γυναίκα που φορά τις κάλτσες της, χτενίζει τα μαλλιά της, ντύνεται, σιδερώνει τα ρούχα της ή απλώς κάθεται βαριεστημένα σαν τεμπέλικη γάτα.
Άλλες φορές οι φωτογραφίες του δεν έχουν υπόθεση. Φαίνεται να μην τον ενδιαφέρει η ομορφιά και η διάθεση όσων απεικονίζονται. Παρατηρεί με αντικειμενική ματιά και απάθεια, όπως κοιτούσαν οι παραπλήσιοι σε καλλιτεχνικό ύφος Ιμπρεσιονιστές.
Απόσπασμα ημερολογίου του στενού φίλου του και ιστορικού Daniel Halévy αναφέρει: «Έτρεχε από τη μια άκρη του δωματίου στην άλλη, με μια έκφραση ανείπωτης χαράς στο πρόσωπό του. Στις 11:30 όλοι είχαν φύγει· ο Degas, με τρία νεαρά κορίτσια γύρω του να γελούν, κρατούσε τη φωτογραφική του μηχανή, περήφανος σαν παιδί που κρατά ένα παιδικό πιστόλι». Ήταν συνήθειά του να μεταμορφώνει το τέλος ενός δείπνου με φίλους σε φωτογράφιση.
Στα έργα του Degas παρατηρείται το φαινόμενο της φωτογραφικής πλαισίωσης να εκδηλώνεται στη ζωγραφική, ενώ παράλληλα το ζωγραφικό στιγμιότυπο εμφανίζεται στις φωτογραφίες του. Αποσπασματικός και παροδικός χαρακτήρας, με ηθελημένη απουσία ευκρίνειας, συνυπάρχουν, ενώ εικαστικά μέσα αναμειγνύονται με σκοπό την τέρψη των θεατών.
Ο Degas διακατεχόταν από τη διαχρονική αγωνία κάθε καλλιτέχνη να αποδώσει την αλληλεπίδραση φωτός και σκιάς ταυτόχρονα με την αίσθηση κίνησης στον χώρο. Η παραμορφωμένη προοπτική των φωτογραφιών του αποτέλεσε έναυσμα για τη δημιουργία σημαντικών έργων τέχνης. Συνειδητοποιούσε ότι η φωτογραφία έθετε προβληματισμούς για την πορεία της ζωγραφικής και δημιουργούσε ένα νέο είδος όρασης.
Όπως παρατήρησε αργότερα ο Ernest H. Gombrich: «Η ζωγραφική δεν είχε ανάγκη να κάνει κάτι που ένα μηχανικό μέσο μπορούσε να κάνει καλύτερα και φτηνότερα».
Πηγές: www.dailyartmagazine.com | www.kombini.com | www.darkesteverything.wordpress.com | E.H Gombrich: To χρονικό της Τέχνης – Mορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2003, σελ 526-527 | Αντώνης Ζήβας: Οδηγός Ανάγνωσης της ιστορίας της Φωτογραφίας, ο πρώτος αιώνας – Εκδόσεις Σμίλη, 2015, σελ 30-32
- 1η δημοσίευση: Photonet 229
- Φωτό: αυτοπορτρέτο του Degas, ∼1895 | Πηγή: Wikipedia










