Photonet

Η ΡΟΥΛΑ ΣΧΙΖΑ “GUEST ARTIST” ΣΤΟ 7ο PHOTONET GALLERY!

Η νικήτρια του διαγωνισμού PHOTONET “ΥOUR BEST PHOTO 2025” θα έχει το δικό της τοίχο στη νέα μας έκθεση, όπου θα παρουσιάσει δέκα ασπρόμαυρες λήψεις της!

Το Photonet Gallery, ο θεσμός που μέσα σε τόσο σύντομο χρόνο από την αφετηρία του έχει καθιερωθεί ως σημείο αναφοράς για τη σύγχρονη ελληνική φωτογραφική δημιουργία, επαναλαμβάνει στο 7ο του ραντεβού με το κοινό μια νέα πρωτοβουλία: αυτή του Guest Artist. Πρόκειται για μια ξεχωριστή πινελιά στη διοργάνωση, που δίνει τη δυνατότητα σε έναν καλεσμένο φωτογράφο να παρουσιάσει πιο εκτεταμένα το έργο του, με ένα ολόκληρο δικό του τοίχο. Για το αμέσως προσεχές μας ραντεβού, το ρόλο αυτό αναλαμβάνει η Ρούλα Σχίζα, με 10 λήψεις της.

H Guest Artist του 7ου Photonet Gallery Ρούλα Σχίζα.

Η Ρούλα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975 όπου και διαμένει. Τα τελευταία 24 χρόνια εργάζεται στη φαρμακευτική βιομηχανία, στο χώρο των πωλήσεων, του μάρκετινγκ και της επικοινωνίας, ενώ παράλληλα δραστηριοποιείται στο Hospitality Management και το Real Estate.

Κατά τη διάρκεια του εκπαιδευτικού της ταξιδιού, σπούδασε Φαρμακευτική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απέκτησε τίτλο MBA από το Open University of Britain, MSc στην Κλινική & Βιομηχανική Φαρμακολογία και Κλινική Τοξικολογία από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και πρόσφατα ολοκλήρωσε το ακαδημαϊκό της ταξίδι στο πανεπιστήμιο Purdue, λαμβάνοντας μεταπτυχιακό τίτλο MSc στην Επικοινωνία.

Στο πλαίσιο των ευρύτερων αναζητήσεών της, παρακολούθησε πολυάριθμα σεμινάρια, έμαθε Αγγλικά, Γαλλικά και Ιταλικά, διάβασε πολλά βιβλία, παρακολούθησε πολλές ταινίες και είχε την ευκαιρία να ταξιδέψει εκτενώς, εμπλουτίζοντας το μυαλό της με πλήθος εικόνων και εμπειριών.

Λάτρης της επιστήμης και της τέχνης, σε ένα «παράλληλο σύμπαν» σπούδασε φωτογραφία στη σχολή Focus στην Αθήνα, παρακολούθησε κύκλο σεμιναρίων καλλιτεχνικής φωτογραφίας με τον Πλάτωνα Ριβέλλη και υπήρξε μέλος του Φωτογραφικού Κύκλου, της φωτογραφικής ομάδας ISF Greece και της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας, ενώ πρόσφατα ξεκίνησε ένα 12μηνο πρόγραμμα επαγγελματικής φωτογραφίας στο New York Institute of Photography.

Εκτός από τις διάφορες ομαδικές εκθέσεις φωτογραφίας στις οποίες έχει συμμετάσχει, τον Αύγουστο του 2023 πραγματοποίησε την πρώτη της ατομική έκθεση στα Κύθηρα με τίτλο «My Voyage To Serendipity», η οποία παρουσιάστηκε και στην Αθήνα τον Απρίλιο του 2024 στη γκαλερί iFocus.

Τον Ιανουάριο του 2026 μια δική της λήψη τιμήθηκε με το 1ο πρώτο Βραβείο από την κριτική επιτροπή του διαγωνισμού PHOTONET “ΥOUR BEST PHOTO 2025”. Η διάκρισή της συνοδεύτηκε από δώρα αξίας 1000€.

Divine Geometry: Η λήψη της Ρούλας Σχίζα, που αναδείχτηκε ως η κορυφαία το διαγωνισμού #PYBP25. Θα έχετε την ευκαιρία να τη δείτε από κοντά στα πλαίσια του 7ου Photonet Gallery.

Γνωρίστε την καλύτερα, μέσα από τη συνέντευξη που ακολουθεί!


Αν έπρεπε να περιγράψετε τη φωτογραφική σας ματιά με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν αυτές και γιατί;

Αν έπρεπε να περιγράψω τη φωτογραφική μου ματιά με τρεις λέξεις, θα επέλεγα “serendipity” (ευτυχής τυχαιότητα), αποφασιστική στιγμή και αντιθέσεις. Πιστεύω βαθιά ότι η φωτογραφία γεννιέται συχνά εκεί όπου το απρόβλεπτο συναντά την ετοιμότητα. Κουβαλώ μέσα μου όλα όσα έχω δει, διαβάσει, ακούσει και αγαπήσει, όπως λέει και ο Ansel Adams, και αυτά λειτουργούν υποσυνείδητα, ώστε η «τύχη» να βρίσκει πρόσφορο έδαφος στο να εκφραστεί. Στην έκφραση αυτή υπάρχει πάντα μια αποφασιστική στιγμή που είναι η πράξη της συνειδητής επιλογής μέσα στο χάος. Είναι εκείνο το κλάσμα του χρόνου όπου όλα όσα είμαι —οι πολλαπλές μου υποστάσεις, οι εμπειρίες, οι αντιφάσεις μου, το μυαλό, η καρδιά και ο φακός— ευθυγραμμίζονται και με ωθούν στο «κλικ». Εκεί νιώθω ότι η φωτογραφία δεν καταγράφει απλώς, αλλά αποκαλύπτει. Απολαμβάνω ιδιαίτερα να ασχολούμαι με διαφορετικά είδη φωτογραφίας, να εναλλάσσομαι μεταξύ ασπρόμαυρης και έγχρωμης και στις φωτογραφίες μου να συνυπάρχουν ταυτόχρονα το φως και το σκοτάδι, η σιωπή και η ένταση, οι καμπύλες και οι γραμμές, ο άνθρωπος και το τοπίο, το σκληρό και το ευαίσθητο, το συγκεκριμένο και το αόριστο — κι όλα αυτά να επιδέχονται άπειρες ερμηνείες.

Στις εικόνες σας τι σας ελκύει περισσότερο: ο άνθρωπος ή η αρχιτεκτονική;

Θα έλεγα ότι οι περισσότερες φωτογραφίες μου αποτυπώνουν τη φύση, αλλά μοιραία, ως παιδί της πόλης, αλληλεπιδρώ πιο συχνά με το αστικό τοπίο και τα έργα του ανθρώπου σε αυτό. Η σιωπή που διαφαίνεται σε κάποιες λήψεις μου σχεδόν ποτέ δεν έχει την έννοια της αδυναμίας έκφρασης, αλλά μπορεί να είναι απόρροια βαθιάς περισυλλογής, φιλοσοφικής αναζήτησης, μοναξιάς ή προπομπός κάποιας μεγάλης απόφασης ή δράσης.

Ως προς το τι με έλκει περισσότερο μεταξύ ανθρώπου και αρχιτεκτονικής για να φωτογραφίσω, όπως είπε ο André Breton, «ο άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση» — οπότε δεν θα έθετα καν θέμα σύγκρισης ως προς τη σπουδαιότητα! Στο μυαλό μου όμως, από τότε που μελέτησα σπουδαίους φωτογράφους και ειδικά τη Julia Margaret Cameron, η φωτογράφιση ανθρώπων συνδέεται με μια τεράστια ευθύνη να αναδείξεις την εσωτερικότητά τους. Ίσως γι’ αυτό και να αποφεύγω τα πορτρέτα, νιώθοντας ότι μπορεί να αποτύχω στο να τα προσεγγίσω υπερβατικά.

Απ’ την άλλη, η αρχιτεκτονική με ενθουσιάζει, ειδικά ως λάτρης της γεωμετρίας και ως ένας άνθρωπος που γύρω του βλέπει παντού φόρμες. (Αεί ο θεός γεωμετρεί κατά τον Πλάτωνα). Ίσως αυτό που με συναρπάζει περισσότερο να είναι μια φωτογραφία που αναδεικνύει τη θέση του ανθρώπου στο χώρο και τη σχέση του με το περιβάλλον, ειδικά όταν πλαισιώνεται από αρμονία. Υπάρχουν συναισθήματα που προκαλούνται από την αλληλεπίδραση των ανθρώπων και από τις ανθρώπινες σχέσεις, και συναισθήματα που πηγάζουν από τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον, με το σύμπαν και με το θείο. Στην έκθεση, οι επιλεγμένες φωτογραφίες μου ισορροπούν ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο ενότητες.

Ποια φωτογραφία θεωρείτε πιο προσωπική — και ποια πιο παρατηρητική;

Η πιο προσωπική είναι η φωτογραφία In parallel, η οποία είναι μια αυτοπροσωπογραφία που παιχνιδίζει ανάμεσα σε αντανακλάσεις, σκιές και γεωμετρικά μοτίβα. Οι θεατές συνήθως διαφωνούν για το αν η φιγούρα έρχεται ή φεύγει ή για το αν η φωτογραφία έχει δημιουργηθεί με σύνθεση δύο φωτογραφιών. Η αλήθεια είναι ότι είναι μια απλή αντανάκλαση στο τζάμι και η λήψη έγινε σ’ ένα μικρό διάλειμμα κατά τη διάρκεια ενός επαγγελματικού μου ταξιδιού στη Θεσσαλονίκη, κυριολεκτικά και μεταφορικά ενισχύοντας την άποψη ότι η φωτογραφία είναι ένα μέσο φυγής σ’ έναν διαφορετικό παράλληλο κόσμο! Μου θυμίζει επίσης τη φράση «οι άνθρωποι ονειρεύονται περισσότερο ότι επιστρέφουν παρά ότι φεύγουν».

Συμπτωματικά από τη Θεσσαλονίκη είναι και η δεύτερη φωτογραφία που θεωρώ πιο παρατηρητική και, στη δική μου αντίληψη, εμπεριέχει μαθηματικά, φυσική και συναίσθημα. Έχει τίτλο Music και απεικονίζει πουλιά που αναπαύονται πάνω σε κάτι παλιές κεραίες. Από μακριά, τα πουλιά μοιάζουν με νότες πάνω σε ημιτονοειδείς καμπύλες, την πιο καθαρή μορφή ήχου που υπάρχει. Εδώ το ασπρόμαυρο χρώμα δίνει στη φωτογραφία μια δραματικότητα, αλλά η αλήθεια είναι πως είναι πολύ κοντά στο φως που υπήρχε την ώρα της λήψης, καθώς άρχιζε να νυχτώνει.

Ρούλα Σχίζα: In parallel

Μιλήστε μας για τη βραβευμένη φωτογραφία σας στο διαγωνισμό #PYBP25.

Η βραβευμένη φωτογραφία ονομάζεται Divine Geometry και τραβήχτηκε στο νησί των Κυθήρων από τη βεράντα ενός ξενοδοχείου. Για μένα μοιάζει λιγότερο με «αποτύπωση» και περισσότερο με μια ήσυχη αποκάλυψη, με μια πραγματική ευτυχή συγκυρία της στιγμής: η ακριβής γωνία του ήλιου, η άδεια βεράντα, ο άνθρωπος που κάθεται ακριβώς στο πλάι, το νησί που αιωρείται στην ομίχλη — όλα ευθυγραμμισμένα για λίγο.

Η μακριά διαγώνια σκιά που κόβει τον λευκό τοίχο μετατρέπει το φως σε χάρακα, μετρώντας τον χρόνο και τη θέση του ήλιου. Οι τοίχοι και το πάτωμα επιμένουν σε ορθογώνια και τετράγωνα: ανθρώπινη λογική, τάξη, πρόθεση. Η διαγώνια σκιά δημιουργεί ένα τρίγωνο που εμποδίζει την εικόνα να γίνει στατική. Το ίδιο το νησί —τριγωνικό μεν, αλλά ακανόνιστο, βαρύ, χωρίς ευθείες γραμμές— αντιπαρατίθεται σε αυτή την τάξη.

Μια μοναχική φιγούρα κάθεται όχι ως πρωταγωνιστής αλλά ως μάρτυρας, υπενθυμίζοντάς μας εκεί που συχνά ανήκουμε πραγματικά, και σίγουρα όχι στο κέντρο του σύμπαντος. Στη σύνθεση υπάρχει ένας υπαινιγμός ότι κάτι ανώτερο έχει δημιουργήσει αυτή τη στιγμή όπου η αρχιτεκτονική, το φως, η θάλασσα και η ανθρώπινη παρουσία συμφωνούν για λίγο, σαν το σύμπαν ή ο Θεός να σταμάτησε για να παίξει με τα μάτια μας, προσφέροντας ένα μικρό θαύμα.

Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο το νησί είναι τέλεια κεντραρισμένο μέσα στο αρχιτεκτονικό άνοιγμα μοιάζει σκόπιμος με τρόπο που οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν ποτέ να σχεδιάσουν πλήρως. Το ίδιο το νησί δε, είναι μια βραχονησίδα στα Κύθηρα που ονομάζεται Χύτρα και, για όποιον γνωρίζει, μεταφράζεται κι αυτό σαν μια μακρινή υπόσχεση, στο πνεύμα του γνωστού πίνακα του Βατό «Απόβαση στα Κύθηρα»: απρόσιτο, ονειρικό, αιωρούμενο μεταξύ πραγματικότητας και επιθυμίας, ένας ουτοπικός παράδεισος.

Εξηγείται ή βιώνεται μια βραβευμένη φωτογραφία;

Αν μια βραβευμένη φωτογραφία δεν βιώνεται από τον θεατή και πρέπει να εξηγηθεί, πιστεύω ότι δεν έχει νόημα η διάκρισή της. Κατ’ αναλογία, μπορεί κάποιος να ερωτευτεί μόνο και μόνο επειδή του παρέθεσαν όλα τα λογικά επιχειρήματα για να νιώσει έτσι;

Μια φωτογραφία φυσικά και μπορεί να αναλυθεί εκ των υστέρων, αλλά πρώτα απ’ όλα πρέπει να μπορεί να προκαλεί κάποιο συναίσθημα που μπορεί να διαφέρει από άτομο σε άτομο ανάλογα με τις προσωπικές του εμπειρίες, βιώματα και προσλαμβάνουσες. Η δύναμή της βρίσκεται σε αυτό που προηγείται των λέξεων: στο συναίσθημα, στη σιωπή, σε εκείνη τη μικρή εσωτερική μετατόπιση που συμβαίνει πριν ο νους αρχίσει να ερμηνεύει.

Οι εξηγήσεις έρχονται μετά, σαν απόπειρες να χαρτογραφήσουμε κάτι που μας άγγιξε χωρίς να ζητήσει άδεια. Όσο για το τι θα ήθελα να νιώσει κάποιος βλέποντας τις δικές μου φωτογραφίες… Ίσως θα ήθελα να προκαλούν μια ήσυχη συγκίνηση, σαν κάτι που δεν είναι δικό μας, ούτε για εμάς, αλλά μας αφορά άμεσα. Αν κάποιος φύγει νιώθοντας λίγο πιο παρών, ή οι φωτογραφίες μου τον έκαναν να σκεφτεί, τότε σίγουρα έχουν βρει τον λόγο ύπαρξής τους.

Ρούλα Σχίζα: Μusic

Τυχαίες στιγμές ή σχεδιασμός;

Η φωτογραφία, για μένα, σχεδόν πάντα είχε να κάνει με την ευτυχή τυχαιότητα: εκείνες τις μαγικές, απρογραμμάτιστες στιγμές όπου η μαγεία αποκαλύπτεται ακριβώς τη στιγμή που δεν την περιμένω. Γι’ αυτό και το όνομα της πρώτης ατομικής μου έκθεσης «My Voyage to Serendipity».

Σπάνια βγαίνω σκόπιμα για να τραβήξω φωτογραφίες κι όταν το κάνω, δεν στέφεται με επιτυχία! Η πλειοψηφία από αυτές που θεωρώ «καλές μου» φωτογραφίες έχουν τραβηχτεί συνήθως υπό πίεση ή αφήνοντας αυτό που έκανα για να αδράξω τη στιγμή. Εμπνέομαι σχεδόν από τα πάντα, αρκεί να έχω μαζί μου μια φωτογραφική μηχανή και λίγα λεπτά στη διάθεσή μου!

Πολλές φορές φωτογραφίζω μέσα από το αυτοκίνητο, μπλοκαρισμένη στην κίνηση, κάτι που μου τραβάει την προσοχή· άλλες πάλι μέσα στο σπίτι μου με αφορμή συνήθως τα αγαπημένα μου κατοικίδια και τις σκανταλιές τους. Σίγουρα τα ταξίδια λειτουργούν καταλυτικά στη διάθεση να χτίσεις αναμνήσεις και να τα δεις όλα με άλλη ματιά, αλλά και η επαφή με τη φύση —και ειδικά με τη θάλασσα— ξεκλειδώνει τη διάθεσή μου για δημιουργία.

Ποιος είναι ο ρόλος της μοναξιάς στη φωτογραφία σας;

Καταρχάς λατρεύω τη συμμετρία γιατί μέσα της βρίσκω μια υπόσχεση τάξης σε έναν κόσμο που σπάνια είναι τακτοποιημένος. Η συμμετρία είναι σχεδόν σωματική εμπειρία: το μάτι ξεκουράζεται, ο νους ησυχάζει. Ταυτόχρονα, η συμμετρία αγγίζει κάτι βαθιά υπαρξιακό. Θυμίζει τον τρόπο που αναζητούμε νόημα, αρμονία και συνοχή μέσα μας και γύρω μας.

Οι μοναχικές φιγούρες, οι σκιές, οι καθρέφτες και οι συμμετρίες δεν λειτουργούν ως σύμβολα απομόνωσης, αλλά ως τρόποι ενδοσκόπησης, σαν ο θεατής να καλείται να κατανοήσει το χώρο και το χρόνο και να δει πιο καθαρά τον εαυτό του.

Χρώμα ή ασπρόμαυρο;

Ας ξεκινήσουμε με την παραδοχή ότι μια πραγματικά καλή φωτογραφία θα είναι καλή είτε ασπρόμαυρη είτε έγχρωμη. Προσωπικά δεν το αντιμετωπίζω πραγματικά ως δίλημμα, επιλέγω από ένστικτο αυτό που νιώθω κάθε φορά.

Το χρώμα με ενδιαφέρει όταν θέλω να μιλήσω πιο άμεσα, όταν η εικόνα αντλεί δύναμη από την υλικότητα και την ένταση της πραγματικότητας ή όταν θέλω να γιορτάσω την ομορφιά, π.χ. της φύσης. Το ασπρόμαυρο, από την άλλη, αφαιρεί το περιττό και λειτουργεί σαν μια μορφή σιωπής: περιορίζει τις πληροφορίες ώστε να ανοίξει χώρο για εσωτερική εμπειρία.

Αν και λάτρης των χρωμάτων, συμπτωματικά σ’ αυτή την έκθεση υπάρχουν μόνο ασπρόμαυρες φωτογραφίες, γιατί για τη συγκεκριμένη αφήγηση το ασπρόμαυρο μου επέτρεψε να μιλήσω πιο ξεκάθαρα και πιο βαθιά.

Ρούλα Σχίζα: Bending Man

Τι σημαίνει για εσάς η πρόσκληση να είστε η Guest Artist του 7ου Photonet Gallery;

Η βράβευσή μου και η πρόσκληση ως Guest Artist στο 7ο Photonet Gallery ήταν μια πραγματική στιγμή «ευτυχούς τυχαιότητας», χωρίς να πιστεύω ότι συνολικά είμαι πιο αξιόλογη φωτογράφος από άλλους συμμετέχοντες. Φυσικά εμπεριέχει χαρά και συγκίνηση που μια λατρεμένη μου φωτογραφία συγκίνησε κι άλλους ανθρώπους, αλλά πάνω απ’ όλα τη βράβευση τη βιώνω ως ευθύνη να εξελιχθώ περισσότερο.

Είναι μια ήσυχη υπόμνηση ότι ο δρόμος ανοίγει όσο είμαι διατεθειμένη να τον περπατήσω με συνέπεια. Ταυτόχρονα, επειδή είναι μια κομβική, μεταβατική περίοδος, δεν μπορώ να αγνοήσω και την αίσθηση ότι το σύμπαν, με τον δικό του αδιόρατο τρόπο, προσπαθεί να με εμψυχώσει και να μου δείξει πως βρίσκομαι σε μια κατεύθυνση που αξίζει να συνεχίσω. Σαν ένα διακριτικό νεύμα εμπιστοσύνης — όχι για να επαναπαυθώ, αλλά για να τολμήσω να πάω πιο βαθιά μέσα στην τέχνη της φωτογραφίας.

Μία συμβουλή σε νέους φωτογράφους;

Να δουν τη φωτογραφία ως ένα ταξίδι ζωής, με μόνο στόχο να το απολαύσουν. Σε κάθε φωτογράφο, το ταξίδι αυτό έχει διαφορετικό προορισμό, διαφορετικό μέσο, διαφορετική διάρκεια και διαφορετικές εμπειρίες.

Να θυμούνται επίσης ότι δεν υπάρχει τίποτα που να αντιπροσωπεύει περισσότερο τη χαρά που προκαλεί το να φωτογραφίζεις από αυτό που περιγράφει ο Henri Cartier-Bresson ως τη χαρά του να είσαι παρών: «Είμαι μια δέσμη νεύρων που περιμένει τη στιγμή και αυτό το συναίσθημα μεγαλώνει, μεγαλώνει και μετά εκρήγνυται — είναι σωματική χαρά, χορός, χρόνος και χώρος μαζί. Είναι σαν τις τρεις τελευταίες λέξεις απ’ τον Οδυσσέα του James Joyce, με το πιο θετικό πρόσημο: “Ναι, ναι, ναι!”».

  • Φωτό στην κορυφή της σελίδας – Ρούλα Σχίζα: Preparation