Photonet

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ «HIGHLANDS» ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ

Ένα ταξίδι γεμάτος πολλές προκλήσεις και περισσότερες απολαύσεις!

Όπως έχει αναφερθεί πολλές φορές από παλαιότερους φωτογράφους τοπίου, Έλληνες και ξένους, η χώρα μας διαθέτει όμορφα τοπία και εικόνες που δεν υπολείπονται σε τίποτα αντίστοιχων κάθε γωνιάς του πλανήτη.

Πολύς, όμως, κόσμος στο εξωτερικό όπως και αρκετοί συμπατριώτες μας δεν γνωρίζουν ότι το ελληνικό τοπίο δεν είναι μόνο οι γαλάζιες θάλασσες και οι πανέμορφοι νησιωτικοί προορισμοί αλλά περιλαμβάνει και μέρη όπως την Ήπειρο που φιλοξενεί τα περισσότερα βουνά στην Ελλάδα και είναι ένας ευλογημένος τόπος, με εξαιρετικά ορεινά τοπία εφάμιλλα ή ακόμα και καλύτερα των βόρειων ευρωπαϊκών χωρών (βλέπε, για παράδειγμα, τα σκωτσέζικα Highlands).

Τα ορεινά χωριά της εύκολα ανταγωνίζονται τα αντίστοιχα της Ιταλίας και της Γαλλίας. Η φύση της, με τα πυκνά δασώδη τοπία, φιλοξενεί άγρια ζωή (καφέ αρκούδες και λύκους) και μοναστήρια που είναι χτισμένα κυριολεκτικά σε άκρες γκρεμών, με θέα στις παρυφές του Βίκου και των γύρω βουνών της Τύμφης. Ο Fred Boissonnas, ένας φωτογράφος που θαυμάζω και έχω μελετήσει εις βάθος, πέρασε αρκετό χρόνο στην περιοχή, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, με φωτογραφικά μέσα που σήμερα φαντάζουν αδιανόητα. Η ομορφιά της Ηπείρου τον επιβράβευσε, βοηθώντας τον να δημιουργήσει ένα από τα πιο όμορφα φωτογραφικά λευκώματα του είδους…

Για το συγκεκριμένο θέμα αφιέρωσα δέκα μέρες συνολικά, σε δύο ταξίδια τα οποία πραγματοποιήθηκαν με την ομάδα «Φωτο – γραφές» του γνωστού φωτογράφου Βαγγέλη Δελέγκου, κατά τη διάρκεια ενός Νοεμβρίου, για να εντοπίσω και να αξιοποιήσω τα φθινοπωρινά χρώματα της υπαίθρου, ίσως κάποιες ομίχλες και φυσικά (αν ήμουν τυχερός!) κάποιες βροχές και νερό σε ποτάμια και λίμνες.

Ανάβαση στη Δρακόλιμνη

Ξεκινώντας λοιπόν, η βασική ιδέα ήταν να αρχίσω με το πιο δύσκολο σκέλος απ’ όλη την αποστολή, την βραδινή πεζοπορία και ανάβαση στην Δρακόλιμνη της Τύμφης, ώστε να εκμεταλλευτώ το λυκόφως και το πρώτο πρωινό φως για τις κορυφές της Αστράκας. Για το εγχείρημα αυτό είχα τη βοήθεια του διαπιστευμένου οδηγού και φίλου φωτογράφου, Αποστόλη Δεμερτζή, με πάνω από 600 αποστολές σε ελληνικά βουνά (και ειδικά στα βουνά της Ηπείρου όπου και αποτελούν την «έδρα» του). Το μονοπάτι έχει άριστη σήμανση σε όλη την διάρκειά του αλλά επειδή η ανάβαση έγινε βράδυ μετά τις 12.30 τα μεσάνυχτα (με -5 βαθμούς θερμοκρασία και αέρα) και επειδή πάντα η ασφάλεια προέχει του «κλικ», η σωστή επιλογή οδηγού ήταν βασική και απαραίτητη προϋπόθεση.

Ο φωτογραφικός μου εξοπλισμός περιελάμβανε 2 σώματα mirrorless, 4 φακούς (14mm, 16 – 35mm, 24 – 70mmκαι 100 – 400mm), ένα drone για τις εναέριες λήψεις μου, μία αδιάβροχη compact, επιπλέον μπαταρίες σε ειδική ισοθερμική θήκη, πολωτικά και ND φίλτρα και φυσικά τρίποδο. Πέραν των φωτογραφικών, ο υποχρεωτικός εξοπλισμός ανάβασης περιελάμβανε σωστά τεχνικά ισοθερμικά ρούχα, παπούτσια, γάντια, μπατόν πεζοπορίας, ισοθερμικό παγούρι με ζεστό τσάι με μέλι και φυσικά γεύματα για ενέργεια που είναι απαραίτητη σε κάθε ανάβαση.

Η καθοδήγηση από τον Αποστόλη ήταν παραπάνω από εξαιρετική καθώς το πλάνο που έφτιαξε, αφού του είχα εξηγήσει το σκοπό του ταξιδιού μου, αφορούσε αναλυτικό σχεδιασμό από τον ορειβατικό εξοπλισμό που θα χρειαζόταν, μέχρι την ακριβή ώρα που θα φτάναμε στην Δρακόλιμνη. Έτσι κι έγινε! Φτάσαμε περίπου λίγο πριν τις 6.30 και αφού ερεύνησα την περιοχή και είδα τα πιθανά καρέ που μου άρεσαν, απογείωσα το drone ώστε να έχω και εναέρια άποψη του χώρου αλλά και να εντοπίσω το ακριβές σημείο της εμφάνισης του ηλίου. Η ανατολή, λόγω της ύπαρξης βουνών και κορυφών, αργεί να λάβει χώρα, οπότε αυτό είναι κάτι που πρέπει να το υπολογίσει ο κάθε φωτογράφος ευρισκόμενος εκεί, καθώς μας εξασφαλίζει λίγο περισσότερο χρόνο για λήψεις με λυκαυγές. Γενικά η χρήση φίλτρων δεν χρειάστηκε μιας και η ατμόσφαιρα σε αυτό το υψόμετρο (2050 μέτρα) είναι εξαιρετικά καθαρή, προσφέροντας υψηλή ευκρίνεια στις φωτογραφίες. Στην περιοχή, τα μόνα ζώα που εντόπισα που ήταν εφικτό να φωτογραφηθούν γρήγορα και εύκολα, είναι τα άγρια κατσίκια τα οποία κυριολεκτικά στέκονταν σε όλο το μήκος των κάθετων γκρεμών των γύρω βουνών. Χρειάστηκα περίπου 3 ώρες για να πάρω τις φωτογραφίες που ήθελα πριν ξεκινήσουμε την κατάβαση…

Το όλο πεζοπορικό εγχείρημα για τη φωτογράφηση της Δρακόλιμνης διήρκησε περίπου 14 ώρες και είναι από τα πλέον δύσκολα πράγματα που έχω κάνει, δοκιμάζοντας αρκετά τις προσωπικές μου σωματικές αντοχές. Όσες φωτογραφίες και να τράβηξα εκεί, δεν μπορούν στο ελάχιστο να περιγράψουν το μαγευτικό τοπίο που έζησα και απόλαυσα με τα μάτια μου. Δε θα ξεχάσω ποτέ τα τελευταία βήματα πριν αποκαλυφθεί εμπρός μου η Δρακόλιμνη σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Μια πανέμορφη λίμνη σε ένα αλπικό τοπίο χωρίς βλάστηση, στην απόλυτη ηρεμία που πραγματικά δεν άκουγες τίποτα άλλο από τους παλμούς σου. Οι εικόνες αυτές πλέον αποτελούν κάποιες από τις πιο ωραίες λήψεις της φωτογραφικής συλλογής μου και διαθέτουν ιδιαίτερη αξία από τη στιγμή που γνωρίζω προσωπικά πόσο δύσκολο ήταν να παρθούν. Αυτό ακριβώς ήταν για μένα η σπουδαιότερη επιβράβευση εκείνης της ημέρας…

Ζαγοροχώρια – Φαράγγι Βίκου – Βοϊδομάτης

Την επόμενη ημέρα του ταξιδιού μου και αφού ξεκουράστηκα από την ανάβαση, ξεκίνησα να επισκεφθώ κάποια από τα Ζαγοροχώρια Ιωαννίνων και τον ποταμό Βοϊδομάτη, τον οποίον ήμουν τυχερός να πετύχω με αρκετό νερό για τις λήψεις που επιθυμούσα να πάρω.

Τα Ζαγοροχώρια, οικισμοί εμπνευσμένοι από τη σκληρή ηπειρώτικη φύση, αρχιτεκτονικά έργα φημισμένων μαστόρων της πέτρας και των τοξοτών γεφυριών, κατόρθωσαν να παραμείνουν ανέγγιχτα μέσα από τη διαδρομή αιώνων. Όντας 46 τον αριθμό, έπρεπε να επιλέξω κάποια από αυτά, βάσει φωτογραφικών κριτηρίων κυρίως και να αφιερώσω εκεί το διαθέσιμο χρόνο που είχα. Αυτά που επισκέφθηκα τελικά ήταν το Δίλοφο, οι Κήποι, το μικρό και μεγάλο Πάπιγκο με τα γραφικά τους στενάκια και την πανέμορφη αισθητική τους, ο Βίκος (όπου απόλαυσα τη θέα του βουνού Γκαμήλα κατά την ώρα της δύσης του ηλίου) το Τσεπέλοβο (κατ’ εμέ, ίσως το πιο όμορφο απ’ όλα) το Βραδέτο (από το οποίο ξεκίνησα μια εύκολη πεζοπορία 40 περίπου λεπτών για να βρεθώ στο μπαλκόνι της Μπελόης, με πανοραμική θέα στο φαράγγι του Βίκου και των γύρω βουνών της Τύμφης) τη Βίτσα (με τα ωραία πανοραμικά πλάνα στο χωριό) και τέλος το Μονοδένδρι και το πέτρινο μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής που είναι χτισμένο στο χείλος του φαραγγιού.

Όλες οι εξορμήσεις ξεκινούσαν περίπου στις 6.30 το πρωί, με την ελπίδα να πετύχω κάποιες ομίχλες στα γύρω λιβάδια. Ορισμένες μέρες στάθηκα τυχερός και είχα την ευκαιρία (και) τέτοιων λήψεων. Δεν μπορώ να πω το ίδιο όμως και για τα γεφύρια, καθώς τις ημερομηνίες που ήμουν εκεί δεν είχαν καθόλου νερό για να μπορέσω να τα αποτυπώσω όπως επιθυμούσα, οπότε αρκέστηκα σε κάποιες φωτογραφίες αρχείου αλλά και σε κάποιες βραδινές που κάναμε με την υπόλοιπη ομάδα, με μεγάλους χρόνους έκθεσης, που τελικά απεδείχθησαν ενδιαφέρουσες και σπάνιες.

Τεχνητή λίμνη Αώου

Την τεχνητή λίμνη του ποταμού Αώου δεν την γνώριζα και ίσως ήταν μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις σε αυτή τη σειρά ταξιδιών. Το τοπίο σε κάποια σημεία μου θύμισε αντίστοιχα της Ιρλανδίας την οποία είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ πριν χρόνια.

Η λίμνη βρίσκεται κεντρικά και η διαδρομή που μπορεί να πραγματοποιήσει κανείς καλύπτει όλη την περιφέρεια της περνώντας μέσα από το δάσος του Εθνικού Δρυμού της Πίνδου ή αλλιώς Βάλια Κάλντα. Σε αρκετά σημεία της διαδρομής συνάντησα άλογα, τα οποία ήταν ήμερα και μπόρεσα να πραγματοποιήσω λήψεις με τον τηλεφακό μου χωρίς να τα ενοχλήσω. Η ημέρα ήταν βροχερή και σε σημεία είχε ομίχλη, δίνοντας μου ενδιαφέροντα καρέ μέσα στο δάσος. Στις εκβολές της η λίμνη έχει ένα ωραίο έντονο γαλάζιο χρώμα που αποτυπώνεται πολύ όμορφα, ειδικά τις μέρες με συννεφιά που το δυναμικό εύρος στο φωτισμό είναι ισορροπημένο. Η χρήση πολωτικού φίλτρου με βοήθησε σε κάποιους καθρεφτισμούς στο νερό αλλά και το ND σε κάποια ρυάκια που καταλήγουν στη λίμνη, για να πετύχω το «θόλωμα» της κίνησης του νερού.

Η γνωριμία με την περιοχή δε θα απογοητεύσει κανέναν φωτογράφο τοπίου ή απλό επισκέπτη. Το περιβάλλον και τα χρώματα της φύσης είναι εκπληκτικά όλες τις εποχές του χρόνου και η πρόσβαση είναι πολύ εύκολη μιας και απέχει μόλις 20 λεπτά οδήγησης από το Μέτσοβο.

Ιωάννινα

Τελευταία στο αφιέρωμα μου άφησα τα Ιωάννινα, τη μεγαλύτερη πόλη της Ηπείρου και πρωτεύουσα του νομού, με απόσταση περίπου 4.5 ωρών (χρησιμοποιώντας τη νέα «Ιόνια Οδό») από την Αθήνα. Είναι χτισμένα στην όχθη της λίμνης Παμβώτιδας και σαγηνεύουν αμέσως τον επισκέπτη φωτογράφο, με την παράδοση και την ιστορία που κρύβουν σε αφθονία τα σοκάκια και οι γειτονιές της πόλης.

Φωτογραφικά είχα πολλές επιλογές εντός του οικισμού, σε αρχαιολογικούς χώρους, στα καλοδιατηρημένα τζαμιά και στην παλιά αγορά, μέρη που προσφέρονται για πορτρέτα, φωτογραφία δρόμου ή φωτορεπορτάζ. Βγαίνοντας λίγο έξω από την πόλη, στη διαδρομή προς Λιγκιάδες, βρήκα την ευκαιρία για πανοραμικά πλάνα του νησιού της λίμνης, με την πόλη των  Ιωαννίνων σε δεύτερο πλάνο. Τους μήνες από το Νοέμβριο μέχρι συνήθως και τις αρχές Απριλίου, τις πρώτες πρωινές ώρες συνήθως η λίμνη είναι σκεπασμένη με ομίχλη, δίνοντας ένα ωραίο φωτογραφικό αποτέλεσμα. Το τρίποδο ήταν μια καλή επιλογή εδώ, γιατί χρειάστηκε να φωτογραφίσω σε χαμηλά ISO ώστε να πετύχω το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα σε θέμα «θορύβου» καθώς σε καρέ με ομίχλη ο αισθητήρας μεταφράζει αρκετή πληροφορία σε «κόκκο», κάτι που δεν είναι απαραίτητα κακό.

Μετά τις πρώτες πρωινές ώρες και αφού το φως «σκληραίνει», είναι καλή ευκαιρία για την επίσκεψη στο νησί της λίμνης, για περπάτημα στα σοκάκια και στα μικρά λιμανάκια που αράζουν βάρκες, παρατημένες στο χρόνο κάποιες από αυτές, καθώς και τα καραβάκια που πηγαινοφέρνουν τον κόσμο από τα Ιωάννινα. Στο νησί θα βρεις ωραία αρχιτεκτονική σπιτιών που αξίζουν φωτογράφισης. Σε γενικές γραμμές, τα Ιωάννινα χρειάστηκαν περίπου δύο μέρες δουλειάς για να μπορέσω να μείνω ευχαριστημένος από το υλικό που συγκέντρωσα.

Συμπερασματικά

Κλείνοντας, θα ήθελα να επιχειρήσω να περιγράψω το συναίσθημα που μου άφησε η αποστολή στην Ήπειρο. Μια αίσθηση φωτογραφικής ολοκλήρωσης συνδυασμένη με θαυμασμό για τον Ηπειρώτη που κατόρθωσε να μπορέσει να ενσωματωθεί στο δύσκολο ορεινό τοπίο, με ελάχιστη έως και μηδαμινή αρνητική παρέμβαση στη φύση ανά τους αιώνες. Έντονο όμως ήταν και το συναίσθημα του ανικανοποίητου, και αυτό γιατί σε κάθε βήμα που ανακάλυπτα κάτι εξαιρετικά όμορφο υπήρχε ταυτόχρονα έντονη η αίσθηση ότι κάτι άλλο, ακόμα πιο εντυπωσιακό και θαυμαστό κρυβόταν πιο πέρα, πιο βαθιά, δίνοντας την διαρκή υπόσχεση για τη φωτογράφηση θεμάτων που για να αποκαλυφθούν απαιτούσαν από μένα περισσότερη αφοσίωση και χρόνο. Ίσως πάλι να είναι αυτός ο ξεχωριστός και αναπάντεχος τρόπος της Ηπείρου για να σε κάνει να θέλεις να βρεθείς, το συντομότερο δυνατό, πάλι κοντά της…


Ευχαριστίες 
Για τη βοήθειά τους στην πραγματοποίηση αυτής της αποστολής, ευχαριστώ ειλικρινά τη φωτογραφική ομάδα του Βαγγέλη Δελέγκου «Φωτο – γραφές» αλλά και το Συνοδό Βουνού Αποστόλη Δεμερτζή (τηλ: 6973017718 – email: apostolisdemertzis@yahoo.gr)

1Η ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Photonet τ. 207 – Μπορείτε να το παραγγείλετε εδώ!

Σχετικά με το συντάκτη

Φίλιππος Γαβρίλος

Φίλιππος Γαβρίλος

Ασχολείται με τη φωτογραφία σχεδόν δύο δεκαετίες, με αγάπη στο τοπίο και την ταξιδιωτική φωτογραφία. Σπούδασε Ιστορία της Τέχνης στο FIT στην Κύπρο, με ειδίκευση στην Φωτογραφία και στο Graphics Design. Ταξιδεύει συνέχεια με τις μηχανές του -δρόμου και φωτογραφίας- και είναι φανατικός χρήστης mirrorless φωτογραφικών μηχανών και drones.

Θέλετε να σας ενημερώνουμε προσωπικά;